Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

ώρες φθινοπώρου


Οι Ερημίτες, έχουν μια περίεργη λατρεία με το παρελθόν, επειδή πολλές φορές μέσα εκεί κρύβεται το μέλλον.
Εγώ δεν ξέφυγα από αυτό το πάθος. Έχω μαζέψει ολόκληρα συρτάρια με παλιά βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά. Ο,τι βάζει ο νους σας, για μένα και την "παράνοια" μου.
Ερημίτης είμαι, μπορώ να κάνω κάθε τρέλα.
Σήμερα, πρώτη μέρα του φθινοπώρου θα ήθελα να διαβάσουμε μαζί, ένα άρθρο που έγραψε ο Αγαπητός Τσσοπανάκης το 1935. Για να δουμε, τι σχέση έχει με το φετινό φθινόπωρο....

Ο κύκλος των ημερών, στριφογυρίζοντας, μας έσπρωξε απ' το καλοκαίρι και μας μετατόπισε προς το φθινόπωρο, όπως πάντα. Ούτε μας ρώτησε να έχουμε διάθεση ν΄ αλλάξουμε, αν δε θάμαστε ευχαριστημένοι να σταματήσουμε και κάπου.

Εμάζεψε απ΄ τους μακρυνούς τόπους τα σύννεφα και τα στοίβαξε σα μυκηναϊκά κάστρα, ογκώδη, στο βάθος του ορίζοντα, με μεγάλους σκιασμούς, έτοιμα να ξεκινήσουν και να σκεπάσουν το Σύμπαν και να μας διαλύσουν.

Και το πέτυχαν μονάχα με την εμφάνισή τους. Κι ο τελευταίος ήρωας των κυμάτων, τραβήχτηκε απ' την ακροθαλασσιά, κι έμεινε μόνος ο γιαλός, κι επήραν οι αέρηδες και σκόρπισαν και τη ζεστασιά της γυναίκας, που περπατώντας στραταρχικά στην άμμο, άναβε πόθους και λαχτάρες, μαζί με τα λιοπύρια..

Πάει πια, μαζεύτηκεν η πολυθόρυβη αυτή εμφάνιση της ζωής που πλημμύριζε το κύμα.

Οι βάρκες άρχισαν να δέρνουνται κι' έχασαν το παλιό, απαλό νανούρισμά τους και το κύμα βρόντηξε στην ακρογιαλιά κι' έσκαψε την άμμο.

Πάει και το παλιό το χάιδι, το παλιό παρακαλεστικό αγκάλιασμα του νερού με την καρίνα, πάει και το διακριτικό αεράκι που φούσκωνε τα πανιά μ' απαλωσύνη και δρόσιζε τα σώματα.

Τώρα ο νοτιάς-αδύνατος ακόμα-σκουραίνει τη θάλασσα και της δίνει μιαν ύπουλη γαλήνη, κι ο βοριάς κουβαλώντας άσπρα πρόβατα κοπάδια, τα βόσκει βιαστικά απάνω στα ταραγμένα νερά, που παίρνουν μαζί του μια γυαλάδα βαθυγάλανου κρυστάλλου.

Ο ρυθμός της ζωής των ανθρώπων παίρνει έναν τόνο βιαστικώτερο, τόσο όσος φτάνει για να αισθάνωνται τα δέντρα την τραγική τους μοίρα.

Νάναι δηλαδή αναγκασμένα να κάθουντ' εκεί, να δέρνουνται απ' τις βροχές και τους ανέμους σε μιαν υποχρεωτικήν έκσταση, χωρίς φανερή διαμαρτυρία, μα ασφαλώς με εσώτερη συνείδηση του άδικού τους πεπρωμένου.

Και μήπως εμείς που σ' αυτόν τον κόσμο «ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» τι καταλαβαίνουμε; Πόσες φορές δεν πεθυμούσαμε να παίρνουμε τ' αστροπελέκια, περήφανα κι αδάκρυτα, με τις εσώτερες πλημμύρες μας, μα με την εμφάνιση εκείνη της μεγαλόπρεπης κι ασυγκίνητης «βασιλικής δρυός» του γλυκού, γλυκύτατου Παπαδιαμάντη;

Τα φύλλα των πλατάνων δεν έχουν πια εκείνο το καλοκαιρινό πράσινο κουβεντολόι μα τα πήρε ο μαρασμός κι η κιτρινίλα, τα δέρνει ο άνεμος απάνω στις βέργες και τα ξετινάζει μακρυά. Αυτά παίρνουν χάμου ένα περιστροφικό κυνηγητό και χάνονται στο βάθος της απόμακρης πλατείας.

Φθινόπωρο.μα φοβόμαστε να πούμε τη λέξη. Οι καρέκλες στο Μαντράκι έχασαν τη νύχτα τους πιστούς των, κι' οι τελευταίοι π' απομείνανε αισθάνονται τεράστια την εγκατάλειψη, σαν να παρευρίσκονται σε μια παράσταση κι' είν' οι μόνοι θεατές κι' απ' αυτή την έλλειψη κοινού αισθάνονται την αποτυχία της.

Φυγή, φυγή κι υποχώρηση.

Έπεσαν κι' οι πρώτες ψιχάλες. Η βροχή θάναι το τελειωτικό στοιχείο και το σύνθημα για το σκόρπισμα όλων όσοι έμειναν πιστοί προς την εποχή, και την πλατεία, και τη θάλασσα. .Όλων όσοι ελπίζουν στο καινούργιο καλοκαίρι.

2 σχόλια:

Αza είπε...

Είναι όμορφο το φθινόπωρο ερημίτη μου.Όπως κάθε εποχή έχει κι αυτό κρυμμένα πολλά στο δισάκι του.Καλό μήνα να έχουμε!

Mr Arvulas είπε...

καθε εποχη εχει κατι ξεχωριστο να σου δωσει,ας απολαυσουμε και αυτη την εποχη,και το καλοκαιρι δε θα μας εγκαταλειψει θα ξαναρθει οταν ξεκουραστει..περνα και απο μενα..