Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

ποιος θα σε θυμάται

bird.jpg











"Ποιός θα σε θυμάται Ερημίτη μου ύστερα από 50 χρόνια;"
Σε συζήτηση απόλογισμού μάλλον εξελίχθηκε ο χθεσινός απογευματινός περίπατος με φίλους.
"Γιατί το λέτε αυτό;" ζήτησα να μάθω.
"Επειδή οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Σαν ένα αέναο ποτάμι" φιλοσόφησε ο μεγαλύτερος της παρέας.
"Πόσοι και πόσοι πέρασαν. Τι έχτισαν! Πόσους σκότωσαν! Τι έκαψαν! Τι είπαν! Που είναι τώρα όλοι τους; Ποιος τους θυμάται εκτός από τις κιτρινισμένες σελίδες βιβλίων σε τάφους βιβλιοθηκών" συμπλήρωσε με καμάρι η φίλη του.
Ο ήλιος βασίλευε και ηψυχή μου γαλήνευε.
Δεν ήθελα να τους αφήσω με αυτή την απογοητευση στο νου.
"Ακούστε," είπα κοιτάζοντας τους στα μάτια.
"Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τι είπατε, τι κάνατε, αλλά πάντα θα θυμούνται, πως τους κάνατε να αισθάνονται!"
Τα πρώτα αστέρια στον ουρανό τραγουδούσαν την σιωπή της γαλήνης που απλώθηκε τώρα σε όλη την παρέα.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Για τον επόμενο αιώνα...



Το καλοκαρίρι σιγά σιγά μεταφέρεται από το σώμα στις καρδιές.
Εκεί, είτε θα παραμείνει για να θυμίζει αλήθειες, είτε θα κρυφτεί μέχρι κάποιος να το ελευθερώσει.
Σιγά σιγά παρατηρώ εδώ κι εκεί σημάδια μιας επερχόμενης αναταραχής.
"Μα τίποτα δεν σε πτοεί, Ερημίτη;" με ρωτούν
Τότε θυμάμαι και επαναλαμβάνω την ιστορία που μάλλον σου την έχω ξαναπει. Αλλά θα την πω για να την ακούσω άλλη μια φορά εγώ. Την χρειάζομαι.

Λοιπόν, μια μέρα, τον πλησίασε ένας δημοσιογράφος και τον ρώτησε αν είναι αισιόδοξος η απαισιόδοξος.

« Είμαι αισιόδοξος φυσικά», απάντησε ο σοφός

« Καλά, πως μπορείτε να είστε αισιόδοξος με όλα τα προβλήματα του κόσμου την εγκληματικότητα, την διαφθορά, την φτώχεια, καταρρέουν οι αξίες» ρώτησε απορημένος ο δημοσιογράφος.

« Α, δεν είμαι αισιόδοξος γι' αυτόν τον αιώνα», εξήγησε ο σοφός. Αλλά είμαι βαθύτατα αισιόδοξος για τον επόμενο»!!!

Ε, να αυτή την αισιοδοξία θέλω να φωτίσω τούτο το Σαββατοκύριακο, μιας και από βδομάδα, τα πρώτα κίτρινα φύλλα θα προκαλέσουν μέσα μας μια κρυάδα...ένα συνοφρύωμα...

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

το δώρο

"Γιατί τέτοια διάθεση σήμερα;" ρώτησα τον οδηγό του λεωφορείου που με πήγαινε στο κέντρο.

"Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς Ερημίτη!" μου λέει

"Μα γιατί; Τι σου συμβαίνει;"

"Σου είμαι και λίγο θυμωμένος!"

"Εμένα; Γιατί;"

"Ολο λες πως τα πράγματα θα πάνε καλά! Πως να τα βλέπεις θετικά και άλλα τέτοια!"

"Ε, ναι, και λοιπόν; Αυτό σε κάνει να μελαγχολείς;"

"Εμ βέβαια! Επειδή σε μερικά δικά μου ζόρια, κάνω κουράγιο και υπομονή, φτάνω στο τέλος, αλλά εκεί είναι ακόμα πιο στραβά! Λέω από μέσα μου, τούτος ο Ερημίτης κατέβηκε στην πόλη για να μας δουλέυει!"

Χαμογέλασα καλόκαρδα και του χαιδεύω την πλάτη.

"Είσαι τυχερός!" του λέω και ανοίγω τον σάκο μου. "Εχω μαζί μου ένα δωράκι, να το βάλεις εδώ, δίπλα στο τιμόνι σου να το βλέπεις!"

Με την άκρη του ματιού του κοιτάει το χέρι μου και εκείνο που κρατούσα.

Αν καμιά φορά μπεις στο λεωφορείο του, να προσέξεις εκεί στο τιμόνι, από την μεριά του παραθύρου θα το δεις. Μπορεί να είναι και σε σένα χρήσιμο:

καλά.jpg

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

δυο λύκοι παλεύουν

"Η ψυχή μας έχει βάθος απύθμενο, όπως φαίνεται, και κανένας δεν μπορεί να περηφανευτεί οτι τάχα γνωρίζει τα κρυφά αλλά και τα φανερά της κατατόπια.
Ακόμα και οι πιο σοφοί - εσύ διάβαζε ανίδεοι - ερημίτες, πέρασαν ζωές ολόκληρες ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι δίχως να καταφέρουν πολλά, παρα μόνο να επαναλάβουν το μεγαλείο αυτού του βάθους."

"Γιατί το λες και το ξαναλες αυτό Ερημίτη;" ρώτησε ο καλωσυνάτος φίλος που με φιλοξένησε στο σπιτικό του.

"Το λέω για να το ακούσω κι εγώ που το χρειάζομαι αλλά και να παινέψω κι εσένα"

"Εμένα; Γιατί;"

"Θα σου πω, αφού πρώτα εσύ μου φανερώσεις τα αισθήματα που έχεις ύστερα από το κάψιμο της χώρας που σε ανέθρεψε για αιώνες τώρα"

"Δεν ξέρω Ερημίτη ξεκάθαρα...δεν ξέρω...την μια έχω θυμό...την άλλη λύπηση... μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω"

"Γι' αυτό έχεις και τούτον τον πίνακα στην είσοδο του σπιτιού σου έτσι;"

Γέλασε ο φίλος μου με θαυμασμό
"Είσαι καταπληκτικός Ερημίτη" μου λέει

"Τούτο εδώ είναι καταπληκτικό" του απαντώ και το διαβάζω δυνατά:

λύκοι.jpg

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Πριν από δυο χρόνια, αν ο θυμός και ο φόβος δεν βοήθησαν να το απωθήσουμε, γίναμε μάρτυρες της άλλης μεγάλης φωτιάς, της Πάρνηθας.
Αλήθεια πόσους βιασμούς μπορεί να αντέξει η ψυχή ενός ανθρώπου...
Λοιπόν, ανασκάλεψα σήμερα κάτι φωτογραφίες και βρήκα αυτήν εδώ:
153530-πέτρος και παύλος.gif
Αυτός είναιο Πέτρος. Μια μικρή παπαδίτσα (που ανήκει στο είδος καλόγερος- Papus major) κοιτάζει με θλίψη τα αποκαίδια της ζωής του. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από τον Παναγιώτη Λυτσούδη μέλος της WWF. Κατάφεραν να σωθούν λοιπόν ο Πέτρος και ο αδελφός του ο Παύλος. Τα ονόμασαν έτσι επειδή βρέθηκαν ανήμερα της γιορτής.
Σήμερα, φοβάμαι πως όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν θα βρει το παραμικρό ίχνος ζωής. Στο τοπίο που είναι κρανίου τόπος. Αλλά μελλοντικά οικισμός. Επειδή το έχουμε ξαναδει πολλές φορές τούτο το σκηνικό.
spitia parnitha.jpg
Καληνύχτα Σεβάχ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

πόσο τυφλοί!


"Α, τον ηλίθιο!"
Γύρισα να κοιτάξω με περισσή περιέργεια από που ακούστηκαν πρωί πρωί τα κοσμητικά επίθετα, τα στολίδια για την νεαρή μέρα, που μόλις ξεκινούσε την πορεία της.
Μπροστά μου ένας οδηγός, να χτυπά νευρικά το τιμόνι.
"Τι έγινε;" τον ρωτώ
"Μα δεν βλέπεις Ερημίτη;" μου λέει. "Δεν βλέπεις τον μπροστινό;"
"Τι κάνει;" ρώτησα
"Εκεί που προχωρά, ξαφνικά, δίχως φλας, στρίβει αριστερά!"
Προσπαθώ να δω. Την τελευταία στιγμή, πραγματικά, κάνει απότομα δεξιά.
"Είσαι καλά ρε, πρωί πρωί;" τον φωνάζει ο οδηγός "Ρε κάτι ηλίθιους που έχει γεμίσει η Ελλάδα!"
Το μπροστινό αυτοκίνητο, στριβει και φεύγει στην πρώτη έξοδο.
Τότε μόνο είδε ο οδηγός, κι εγώ.
Στον δρόμο, μπροστά μας, ένας τυφλός, προσπαθούσε να περάσει τον δρόμο.
Τότε κατάλαβα, πόσο τυφλοί είμαστε.
"Πόσο τυφλοί είμαστε!" είπε φωναχτά την σκέψη μου ο οδηγός.
Είμαστε τυφλωμένοι από την ανυπομονυσία και τις "υποθέσεις" μας....

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Εγκατάλειψη



Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή, που θα πρέπει να εγκαταλείψεις όλο το ανούσιο δράμα και τους ανθρώπους που το δημιουργούν. Τοτε είναι η κατάλληλη στιγμή να περιστοιχίσεις τον εαυτό σου με ανθρώπους που σε κάνουν να γελάς. Τόσο δυνατά που ξεχνάς τα άσχημα και συγκεντρώνεσαι μόνο και αποκλειστικά στα καλά.
Τελικά, η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην την κάνεις ευτυχισμένη.
Καλοκαιρινές προτροπες;
θα τις παρασύρει μακριά το Αυγουστιάτικο μελτέμι;
Θα δούμε...

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

στην υγειά των τρελών

Σήμερα μου έφερε στην σπηλιά μου το αυγουστιάτικο μελτέμι ένα δώρο.
Εμοιαζε με τσαλακωμένο χαρτί, μα πάλι χαρτί δεν ήταν.
Πήγαινα να το ισιώσω. Μόλις το σουλούπωνα να το διαβάσω, εκείνο, με ένα γέλιο τρελό, κουλουριαζόταν πάλι και ξέφευγε από τα χέρια μου.
Βρήκα τον τρόπο να το διαβάσω.
Οχι με την βία, μα με εκείνο που κάνει ακόμα και το λιοντάρι δαμάζεται στην αγκαλιά μου.
tarot-strength1.jpg
Και να τι έγραφε το μήνυμα.
Στην υγειά των τρελών.
Των αταίριαστων.
Των επαναστατών.
Στην υγειά των ταραχοποιών.
Σε κείνους που μπορούν και βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά.
Δεν τους αρέσουν οι κανόνες και δεν τρέφουν κανέναν σεβασμό στο status quo.
Μπορείς να τους παινέψεις, μπορείς να διαφωνήσεις με αυτούς, μπορείς να μην τους πιστέψεις, να τους δοξάσεις η να τους στείλεις στα Τάρταρα.
Ένα πράγμα μόνο δεν μπορείς να τους κάνεις.
Να τους αγνοήσεις.
Επειδή είναι οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα....
Στην υγειά τους λοιπόν!!!

ThinkDifferent-montage.jpg

Έχει χώρο για να βάλεις κι εσύ την φωτογραφία σου;

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

για την σπηλιά μου

Οι μέρες του Αυγουστου με καλούν για απόσυρση. Για διακοπή.
Η μικρή περιπλάνηση στον κόσμο, εχει ανάγκη το διάλειμμα της για να αποδώσει καρπούς.
Θα ανέβω τα σκαλιά της αγαπημένης μου σπηλιάς, διάβαζε καρδιά, για να συγκεντρώσω όσα μάζεψα. πολύτιμα πετράδια. Ψίχουλα του Κοντορεβυθούλη, για το "σπίτι".
Σε λίγες μέρες, θα ξανακατέβω ( διάβαζε ξανανέβω).
Μέχρι τότε, για συντροφιά θα αφήσω για ενθύμιο δυο σκέψεις που μου άρεσαν από τον Νείλο τον Ασκητή.
( Ευχή μεγάλη..... ας μην τολμήσω να το ξεστομήσω όμως... να το έχω σαν φυλαχτό)
Τον ρώτησαν λοιπόν μια μέρα, ποιος είναι ο μοναχός ( θα έβαζα εγώ αληθινός άνθρωπος)
Κι εκείνος τους είπε:
Μοναχός ( αληθινός άνθρωπος) είναι αυτός που χωρίστηκε από όλους και είναι με όλους ενωμένος
Μοναχός είναι αυτός που αισθάνεται πως είναι ένα με όλους γιατί αισθάνεται πως βλέπει τον εαυτό του στον καθένα κάθε στιγμή.
Μακάριος είναι ο μοναχός ( ο αληθινός άνθρωπος) που μετά το Θεό, λογαριάζει για Θεό κάθε άνθρωπο.
Μακάριος είναι ο μοναχός που τη σωτηρία και προκοπή όλων την βλέπει σαν δική του και χαίρεται πραγματικά.

Και τώρα να σας αποχαιρετήσω προς το παρόν, με την ευχή να μην διακόψετε την σχέση με τις αρετές και την Αλήθεια.
ΥΓ
Τόσο καιρό μιλώ για την σπηλιά μου και δεν σας έχω δείξει καθόλου από αυτήν. Ευτυχώς έχω μαζί μου μια φωτογραφία...δεν είναι τέλεια... αλλά κάτι φαίνεται
DB_DeerCave.jpg
Τώρα, αν κάποιος συνοδοιπόρος περάσει από εδώ και έχει την ανάγκη να αφήσει χαιρετισμό η μήνυμα μπορεί. Θα το ανοίξω με χαρά και "μαζί" θα βγούμε στην άλλη άκρη της σπηλιάς για να το κουβεντιάσουμε. Μια μέρα κάποιος ζωγράφησε μια τέτοια συζήτηση. Ηταν κάπως έτσι:
c26-the-cave.jpg
Εις το επανιδείν λοιπόν!

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Συγνώμη

"Δεν μπορώ!"
"Μα γιατί; άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε θεοί!"
"Ήταν πολύ κακό αυτό που έκανες! Μη μου το ζητάς, χρειάζομαι χρόνο!"
"Μια ευκαιρία μόνο!"
"..........................."
".........................."
Η σιωπή και η μοναξιά έσμιξαν τα χέρια.
Είχαν νικήσει.
Η συγνώμη σκυθρωπή σε μια γωνιά, παρατηρούσε λυπημένη το σκηνικό.
Δυο άνθρωποι, αγαπημένοι, τώρα μόνοι να κοιτούν οπουδήποτε, ψάχνοντας για κάποια ελπίδα.
Πουθενά.
"Τι σημαίνει συγχωρώ Ερημίτη;" με ρώτησε εκείνος που παρακαλούσε. Έτσι για να ακούσει και να βοηθηθεί ο άλλος.
"Συγχωρώ θα πει στ' αλήθεια να θυμάμαι
πως κανένας δεν είναι τέλειος.
Πως ο καθένας μας μπορεί να γλιστρήσει
ενώ θέλει πολύ να παραμείνει όρθιος.
Πως ο καθένας μας λέει πράγματα
που ευχόμασταν να μην τα έχει πει.
Πως όλοι μπορεί να ξεχάσουμε οτι
πιο μεγάλη σημασία έχει να αγαπάς
παρά να διεκδικείς το δίκιο σου.
Συγχωρώ θα πει
πως είμαστε πιο σημαντικοί από τα λάθη μας.
Πως είμαστε συχνά γεμάτοι συμπόνοια για τα σφάλματα των άλλων
για να είμαστε πονετικοί στα λάθη τα δικά μας.
Συγχωρώ θα πει
πως έχω στην καρδιά μου χώρο
για να ξεκινήσω ξανά
και ξανά
και ξανά
και ξανά...." είπα εγώ γράφοντας με το μπαστούνι μου πάνω στο χώμα...
Όταν κοιτάχτηκαν στα μάτια, εγώ ήμουν ήδη μακριά,
two-women-hugging-forgiveness.jpg

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

ρόδες


Μεταφέρω σήμερα εκείνο που είδα σε περιοδικό και μου άρεσε εξαιρετικά.
Ίσως επειδή ταξιδεύω με το νου και το σώμα... μέσα και πάνω από τη ζωή...
Ποιος ξέρει...

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Όταν η ψυχή φεύγει από το σώμα...

Έπεσαν παράξενες φωτογραφίες στα χέρια μου σήμερα το πρωί
"Ερημίτη. κοίτα κάτι περίεργο!!"
Τίποτα δεν είναι περίεργο" είπα κοιτώντας τις φωτογραφίες που κρατούσε στα χέρια του ο φίλος από τη Ρωσία.
" Ο πατριώτης μας ο Kostantin Korotkov, έκανε τον κόσμο να παραμιλά!" είπε με καμάρι
"Τι βρήκε πάλι;" ρώτησα ξέροντας πως τούτος ο επιστήμονας, έχει δράση μεγάλη σε περιοχές του ανθρώπου απρόσιτες για τους πολλούς. " Έχω δει την ιστοσελίδα του" είπα για να δείξω πως ναι μεν Ερημίτης, όχι αποκομμένος από τον κόσμο.
"Γέλασε καλόκαρδα εκείνος, δίνοντας μου τις φωτογραφίες.
death-moment-pic-life-ru-473321134.jpg
Την ώρα που φεύγει η ψυχή από το σώμα... Το μπλέ και το κόκκινο που απομένει...
Για την αλήθεια, η για την άλλη αλήθεια της παρατήρησης αυτής, ο καθένας έχει την δική του στάση.
Η δική σου ποια είναι;
ΥΓ
Μπορείς να διαβάσεις, εγκυκλοπαιδικά μόνο, εδώ, περισσότερα για κείνο που λεν "ψυχή"

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Η Νικολία

Σήμερα θα σας πω μια ιστορία. Το έχει η μέρα. Εχει κάτι... κάτι...

Κάπου εκεί γύρω στο 1922, είχε γεννηθεί η Νικολία. Ένα όμορφο
κοριτσάκι με λεπτά και ευγενικά χαρίσματα. Όταν γεννήθηκε, οι γονείς
της είχαν καλέσει όλους τους φίλους και τους συγγενείς για να δείξουν
τη χαρά τους για την έλευση του νέου μέλους στην οικογένεια. Κι ήρθαν
όλοι. Οι γονείς του ζευγαριού, ξαδέλφια, φίλοι του ζευγαριού που ήταν
μαζί από το σχολείο, όλοι ήταν εκεί. Κανείς δεν έλειπε.

Ξαφνικά, κι αφού είχε μαζευτεί όλος ο κόσμος, κάποιος τους χτύπησε το
κουδούνι. Άνοιξαν, χαμογελώντας, με ένα ποτήρι λευκό κρασί στο
αριστερό χέρι, για να αντικρίσουν έναν ρυτιδιασμένο γεράκο που φορούσε
μία υφασμάτινη ρόμπα με κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό του, και με μία
κούπα με λίγα νομίσματα μέσα.

Δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Γενικότερα, έδιναν πού και πού μερικά
ψιλά όταν έβρισκαν κάποιον επαίτη στο δρόμο. Σήμερα, όμως ήταν μέρα
γιορτής. Το θεώρησαν κακοτυχία να μην βάλουν τον άνθρωπο αυτό στο
σπίτι τους και να τον κεράσουν κάτι.

Ο άνθρωπος, μπήκε μέσα με το δεξί, πήρε το ποτήρι που του έδωσαν και
ήπιε το περιεχόμενό του. Το άφησε αθόρυβα στο τραπέζι κι ύστερα
πλησίασε το μωρό. Ο πατέρας σηκώθηκε επίσης για να δει τί θέλει ο
ξένος να κάνει. Ο τελευταίος τον κοίταξε και σήκωσε το χέρι του
κάνοντας ένα νεύμα καθησυχασμού προς τον πατέρα. Έπειτα, άδειασε το
περιεχόμενό της κούπας που μετέφερε μαζί του στο ελεύθερο χέρι του.
Πήρε τα 5 νομίσματα που είχε μέσα και τα άφησε κυκλικά γύρω από το
κεφαλάκι του νεογέννητου κοριτσιού. Τα νομίσματα είχαν ένα χρώμα σαν
της σκουριάς. Έκανε μία κίνηση πάνω από το μικρό της σώμα με το χέρι
του, χαιρέτησε τους γονείς της και έφυγε από το σπίτι τους.

Περνούσε ο καιρός και το κοριτσάκι μεγάλωνε. Ήταν πολύ καλή μαθήτρια
το χειμώνα και οι γονείς της ήταν περήφανοι γι' αυτήν. Τα καλοκαίρια,
αντίθετα, πήγαινε στο εξοχικό της. Αγαπημένο της παιχνίδι τότε ήταν να
τρέχει στην προκυμαία και όταν φτάνει στην άκρη της να πηδάει με τα
χέρια ψηλά και να πέφτει στο νερό. Τις Κυριακές πήγαινε στην εκκλησία.
Έμπαινε μέσα και κοίταγε την απεικόνιση του Θεού στην οροφή. Καμιά
φορά Του μιλούσε κιόλας. Κάθε χειμώνα ήταν καλή μαθήτρια. Κάθε
καλοκαίρι βουτούσε από την προκυμαία. Τις Κυριακές στην εκκλησία.
Μέχρι που έγινε 14χρονών...

Κι ερωτεύτηκε για πρώτη φορά... Κι επιθύμησε ένα αγόρι για πρώτη
φορά... Και προσπάθησε να συνάψει σχέση μαζί του για πρώτη φορά... Και
το αγόρι, επειδή ήταν ρομαντική, δεν την ήθελε καμία φορά.

Κι εκείνη έκλαψε μπροστά στο Θεό ζητώντας Του να τη βοηθήσει. Όμως ο
Θεός δεν φάνηκε να την άκουσε. Κι εκείνη έκλαψε ξανά. Όμως ο Θεός ούτε
τότε φάνηκε να την ακούει. Κι η κοπέλα θύμωσε κι αποφάσισε να γίνει
σαν τις άλλες κοπέλες της ηλικίας της. Και είπε στο αγόρι που ήθελε
ότι είναι έτοιμη να του δοθεί. Κι αυτός άρπαξε την ευκαιρία με την
πρώτη φορά που το άκουσε.

Κι όταν μείνανε μόνοι τους και την άγγιξε, αυτή έβαλε τα κλάματα,
ντύθηκε, και έφυγε. Και δεν του ξαναμίλησε καμία φορά έκτοτε.

Αλλά εκείνο το βράδυ, πραγματικά βλαστήμησε το Θεό. Έκλαψε και πάλι
μπροστά Του για τρίτη φορά. Κι ο Θεός πάλι δε φάνηκε να την ακούει. Κι
η κοπέλα Τον μίσησε τότε. Και του φώναξε χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμη
της φωνής της “Αφού δε μου δίνεις αυτό που θέλω, γιατί ούτε να
αμαρτήσω δε με αφήνεις; Γιατί δε με αφήνεις να γίνω όπως όλες οι άλλες
που έχουν σχέση; Γιατί με γεμίζεις με τύψεις και δε με αφήνεις να
προχωρήσω;”.

Κι η κοπέλα σταμάτησε να κλαίει... Έσφιξε της γροθιά της κι έσβησε τα
αναμμένα κεριά του δωματίου της με τα δάκρυά της. Και δεν ξαναπάτησε
στην εκκλησία καμία φορά. Και δεν ξαναβούτηξε από την προκυμαία καμιά
φορά.

Ώσπου...

Μετά από πολλά πολλά χρόνια, η Νικολία είχε πλέον γεράσει. Είχε 3
αποτυχημένους γάμους. Παιδιά δεν είχε από κανέναν από αυτούς. Κανένας
δεν την είχε αγαπήσει πραγματικά. Κι είχε απομακρυνθεί από τους
ανθρώπους γενικότερα. Οι μεν γυναίκες της ηλικίας της κουτσομπόλευαν η
μία την άλλη ή συζητούσαν για τα φάρμακα που έπαιρναν. Τους δε άντρες,
τους είχε σιχαθεί λόγω παρελθόντος. Κι αυτή ήταν γερασμένη και
ρυτιδιασμένη και δε μπορούσε να κουνηθεί με μεγάλη ευκολία, αλλά δεν
το φώναζε από εδώ κι από εκεί! Όχι πως της είχε μείνει και κανένας
δηλαδή για να το φωνάξει.

Όμως, όσο κι αν τόσα χρόνια είχε αλλάξει συνήθειες, μετά από εκείνη τη
μέρα των δεκατεσσάρων χρόνων της, αυτό που δεν είχε αλλάξει, και δεν
ήθελε να το αλλάξει, ήταν το μέρος του εξοχικού κι εκείνη την παραλία
με την προκυμαία όπου πήγαινε από μικρή.

Καθισμένη στο καρεκλάκι της στην παραλία, ξαφνικά είδε έναν
ρυτιδιασμένο γεράκο που φορούσε υφασμάτινη ρόμπα και κρατούσε μία
κούπα στο δεξί του χέρι και σκέφτηκε “Τί να θέλει αυτός τώρα; Λεφτά θα
θέλει σίγουρα. Λες κι όλοι όσοι μου απλώνουν το χέρι, πρέπει εγώ να
τους δίνω!”. Και γύρισε από την άλλη.

Ο γεράκος την πλησίασε, κι αφού προσπέρασε τη ματιά της, τη ρώτησε αν
του επιτρέπει να καθίσει δίπλα της γιατί είναι πολύ κουρασμένος.
Εκείνη του απάντησε ενοχλημένη “Όχι, όχι. Κάτσε” και τράβηξε την
τσάντα της, όχι τόσο για να του κάνει χώρο, αλλά μάλλον για να μην τη
λερώσει ο γέρος. “Ποιος ξέρει τί έχει αγγίξει πριν αυτός!”.

Αφού κάθισαν λίγο δίπλα-δίπλα χωρίς να μιλάει κανείς, ο γέρος είπε
μιλώντας, μάλλον, στο κενό “Σε άκουσα”. Η γυναίκα σκέφτηκε τότε “Α
ωραία! Και τρελός και ζητιάνος και βρωμιάρης!”. Εκείνος όμως μετά από
λίγο ξαναείπε “Σε άκουσα”. “Ορίστε;” του είπε η γυναίκα ενοχλημένη.

-Σε άκουσα λέω. Κάθε φορά.
-Εμένα; Μα δε μίλησα.
-Ναι, τώρα δε μίλησες. Βασικά πάει καιρός από την τελευταία φορά που
μίλησες. Μιλάω για τότε που μίλαγες. Σε άκουγα.

Τα μάτια της γυναίκας φάνηκαν να κοιτάζουν τον γέρο αλλά ουσιαστικά
κοίταζαν το κενό προσπαθώντας να καταλάβουν τί σήμαιναν τα λόγια του.

-Δε σας έχω ξαναδεί κύριε. Μάλλον θα με μπερδεύετε με άλλη, του είπε τελικά.
-Ναι ξέρω. Δε με έχεις ξαναδεί. Αυτό όμως δε με εμπόδιζε πάντα να σε ακούω.
-Ε δε σας καταλαβαίνω! Μα τω Θθθθ....
-Αυτό εδώ το βλέπεις; της είπε τείνοντας απότομα την κούπα του προς το
μέρος της πριν τελειώσει τη φράση της.
-Ναι. Νερό είναι.
-Για δες καλύτερα.
-Δε θέλω άνθρωπέ μου! κάνοντας μια κίνηση που παραλίγο να
αναποδογυρίσει την κούπα.
-...
-...
-Μάλιστα...
Ο γέρος άφησε την κούπα του στο πεζουλάκι που καθόταν και έφυγε. Δεν
είχε όμως τελειώσει ακόμη την παράστασή του.

Η γυναίκα αναστατωμένη από τον γέρο άρπαξε την κούπα για να πάει να
την πετάξει. Κι όταν την έπιασε με τα δυο της χέρια άκουσε μία φωνή να
της λέει “Νικολία! Μην το κάνεις!”. Παραξενεύτηκε. Κανείς δεν ήξερε το
όνομά της. Κι όσοι το ήξεραν είχαν πεθάνει από γηρατειά ή από
ασθένειες. “Νικολία! Μην το κάνεις”, ξανάκουσε και αναγνώρισε ότι η
φωνή ήταν από κάποιο μικρό παιδάκι. Έψαξε τριγύρω, αλλά κανένα δεν τη
φώναζε. “Θα με επηρέασε αυτός ο τρελόγερος”, σκέφτηκε.

Έπιασε και πάλι την κούπα με τα δύο της χέρια και έριξε μια γρήγορη
ματιά στο περιεχόμενό της και πάλι πριν το πετάξει. Και τότε την
είδε...

Ήταν ίδια! Ίδια όπως τότε! Το ίδιο αγνή! Το ίδιο... Το ίδιο ανθρώπινη!
Είχε βέβαια μερικές ρυτίδες παραπάνω, αλλά δεν είχε αλλάξει κάτι από
το κοριτσάκι που ήταν παλιά. Εκείνο το δεκατετράχρονο κοριτσάκι που
έπαιζε, έτρεχε, μίλαγε. Εκείνο το δεκατετράχρονο κοριτσάκι που πίστευε
σε κάτι. Σε κάτι διαφορετικό από την εκ φύσεως κακία του ανθρώπου.

Ο γέρος έβαλε το χέρι του γύρω από την πλάτη της, την αγκάλιασε και
της είπε “Σου είπα ότι σε άκουγα. Κάθε φορά! Και, κάθε φορά, τα δάκρυα
που έχυνες επειδή ήσουν σωστή, κάτι το οποίο δεν άρεσε στους άλλους,
τα μάζευα και τα χρησιμοποιούσα για να διατηρήσω την ψυχή σου όσο πιο
αγνή μπορούσα. Αυτά εδώ μέσα είναι τα τελευταία που μου μείναν...”.

Η Νικολία κατάλαβε τότε... “Όμως... γιατί;” ψιθύρισε. “Θα σου πω μόλις
φύγουμε”, της είπε.”Έλα! Είναι ώρα!”. Η Νικολία συνεχίζοντας να
κοιτάει το περιεχόμενο του δοχείου που είχε στα χέρια της ψέλλισε
“Και πού θα πάμε;”. “Κάπου μακριά από εδώ. Κάπου που σε περιμένουν
όσοι σε αγάπησαν”. “Και όσοι με πλήγωσαν;” ρώτησε. “Δε θα τους βρεις
εκεί”. “Πάμε τότε”, του είπε και του έδωσε την κούπα του.

-Όμως θέλω να κάνεις κάτι τελευταίο για μένα Νικολία.
-Και τί είναι αυτό;
-Θέλω να σε ξαναδώ να τρέχεις και να βουτάς από την προκυμαία με τα χέρια ψηλά.
-Ααχχ... Μακάρι να μπορούσα. Όμως έχω γεράσει. Δε μπορώ να κάνω τέτοια
πράγματα πια. Μακάρι να μπορούσα.
-Το μυαλό σου φτιάχνει τα πάντα. Κι αυτό φτιάχνει και τα όριά του.
Ξεπέρασέ τα! Άμα σου λέω να το κάνεις, σημαίνει ότι ξέρω πως μπορείς.
-Εντάξει! Ας προσπαθήσω!, του είπε με ένα χαμόγελο, αφού το σκέφτηκε λίγο.

Περπάτησε ως την μία άκρη της προκυμαίας. Αυτή που ήταν κοντά στη
στεριά. Στράφηκε έπειτα προς τη θάλασσα. “Είσαι εδώ;” ψέλλισε. “Εδώ
είμαι” της είπε η οπτασία του γέρου. “Ωραία... Πάμε”.

Κι έβαλε τα δυνατά της. Κι έτρεξε όσο πιο καλά μπορούσε. Κι όταν
έφτασε στην άκρη, έβαλε όλη της τη δύναμη στο πόδι που πατούσε στο
έδαφος και πήδηξε ψηλά! Κι είχε και τα χέρια ψηλά. Κι όσο έτρεχε,
ένιωθε τα χρόνια που βάρυναν το σώμα της, να φεύγουν και να μένουν
πίσω. Κι όταν πήδηξε τελικά, ένα χέρι την έπιασε προτού τα πόδια της
ακουμπήσουν το νερό. Κι εκείνη κοίταξε ψηλά. Κι είδε το γέρο, που μόνο
γέρος δεν ήταν, να την κρατάει σταθερά, να της χαμογελάει και να της
λέει “Κοίταζε εμένα! Μην κοιτάς κάτω!”. Και εκείνη δεν κοίταξε.

Και την επόμενη ημέρα και για τις επόμενες βδομάδες, οι ντόπιοι, όλοι,
μιλούσαν για την τρελόγρια που πήδηξε από την προκυμαία στα βράχια και
σκοτώθηκε με 5 χρυσά νομίσματα στο δεξί της χέρι.

Ο παράδεισος όμως γιόρταζε μία ακόμη έλευση...
vουτιά.jpg